χάλαρο

το, Ν
1. ερείπιο
2. πετρώδης τόπος
3. στον πληθ. τα χάλαρα
το λειρί τού κόκορα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά συν. στον πληθ. χάλαρα, ουσιαστικοποιημένο τ. τού ουδ. πληθ. χαλαρά τού επιθ. χαλαρός με αναβιβασμό τού τόνου (πρβλ. νεκρός: νέκρα, ψυχρός: ψύχρα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χάλαρο — το 1. χάλασμα, ερείπιο. 2. τόπος πετρώδης. 3. το λειρί του κόκορα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαλαρός — ή, ό / χαλαρός, ά, όν, ΝΜΑ αυτός που δεν είναι τεντωμένος ή σφιχτός, αυτός που είναι άτονος, πλαδαρός (α. «χαλαρή ζώνη» β. «χαλαρό δέρμα» γ. «χαλαρά... ὑποδήματα... γοῡν χαίρεις φορῶν», Αριστοφ. δ. «ἀφίεσαν τὴν δοκὸν χαλαραῑς ταῑς ἁλύσεσιν», Θουκ …   Dictionary of Greek

  • άφετος — ἄφετος, ον (Α) 1. (για ζώα) ελεύθερος, απαλλαγμένος από εργασία 2. (για πρόσωπα) αφιερωμένος στον θεό 3. «ἄφετοι ἡμέραι» αργίες, γιορτές 4. (για το ύφος του λόγου) χαλαρό, ανειμένο 5. (το αρσ. πληθ. ως κύριο όνομα) Ἀφέται το σημείο όπου οι… …   Dictionary of Greek

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

  • αγανεύω — [αγανός] 1. κάνω κάτι αγανό, χαλαρό, χαλαρώνω, ξεσφίγγω 2. (για ύφανση) υφαίνω ή πλέκω αγανά, αραιά και όχι κρουστά 3. γίνομαι αραιός, χαλαρός, πλέκομαι ή υφαίνομαι αραιά 4. καταπραΰνω τον θυμό μου, ηρεμώ …   Dictionary of Greek

  • αξυγκρότητος — ἀξυγκρότητος, ον (αντί ἀσυγκρότητος) (Α) 1. αυτός που δεν συγκολλήθηκε με σφυρί 2. μτφ. (για κωπηλάτη) αυτός που δεν εξασκήθηκε να κωπηλατεί ταυτόχρονα με τους άλλους 3. (για ύφος) χαλαρό, πλαδαρό, όχι πυκνό. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + ξυγκροτώ… …   Dictionary of Greek

  • αραίωση — η (AM ἀραίωσις) νεοελλ. 1. (για πρόσωπα και πράγματα) αύξηση της απόστασης μεταξύ τους 2. (για υγρά και αέρια) ελάττωση της πυκνότητας 3. πιο μικρή συχνότητα, σπανιότητα 4. η αύξηση της αναλογίας ενός διαλύτη σε κάποιο διάλυμα με αποτέλεσμα την… …   Dictionary of Greek

  • αραιώνω — (AM ἀραιῶ, όω) κάνω κάτι αραιό, χαλαρό, πορώδες νεοελλ. 1. (για πρόσωπα και πράγματα) μεγαλώνω τα κενά διαστήματα μεταξύ τους 2. ελαττώνω τη συχνότητα πράξεων ή συνηθειών 3. γίνομαι αραιός ή πιο αραιός απ όσο ήμουν, γίνομαι λιγότερο συχνός… …   Dictionary of Greek

  • διαλύω — (Α διαλύω) 1. αποσυνθέτω, λύω ή χωρίζω κάτι στα μέρη που τό συνθέτουν 2. απομακρύνω, διαχωρίζω ανθρώπους, τους διασκορπίζω 3. διασκορπίζω πρόσωπα που αποτελούν ενιαίο σύνολο, λ.χ. διαδήλωση 4. θέτω τέρμα στη λειτουργία εταιρείας, επιχείρησης κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • είρω — (I) εἴρω (Α) 1. συναρμολογώ, συναρμόζω 2. παρεμβάλλω, εμπλέκω 3. (για λόγο) συνδέω 4. φρ. «εἰρομένη λέξις» χαλαρό ύφος τού λόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ενεστώτα (με επίθημα * ye / yo ) που σχηματίζεται από την απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας *ser… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.